2. Το χρονικό

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ  ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Ο κινηματογράφος, σαν ένα βιομηχανικό προϊόν αρχικά γεννήθηκε στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες και εισήχθη στην Ελλάδα, ταυτόχρονα με όλες τις άλλες χώρες του πλανήτη, στα τέλη του 19ου αιώνα. Αν και αντιμετωπίστηκε πολύ θετικά από το κοινό, η ανάπτυξή του τα πρώτα χρόνια ήταν αρκετά αργή. Χρειάστηκε μια δεκαετία τουλάχιστον για δώσει τα δείγματα ενός νέου, εντυπωσιακού θεάματος.

Από ει και μετά αρχίζει η καθιέρωσή του κι η δημιουργία ξεχωριστών αιθουσών για την προβολή των κινηματογραφικών έργων. Η πρώτη συστηματική αίθουσα κινηματογράφου στην Αθήνα άνοιξε το 1908.[1] Η Θεσσαλονίκη προηγήθηκε, δημιουργώντας τον πρώτο κινηματογράφο το 1903, αλλά μέχρι το 1912 δεν ανήκε στο Ελληνικό κράτος.[2]

Την εποχή εκείνη η εγχώρια βιομηχανική παραγωγή κινούνταν κυρίως στον τομέα της μεταποίησης. Ήταν αδύνατο λοιπόν για κάποιον να μπει στο χώρο του κινηματογράφου. Άλλωστε η παραγωγή αναπτυσσόταν με σκαμπανεβάσματα λόγω της ταραγμένης και συχνά διακοπτόμενης από πολέμους και πολιτικές κρίσεις, οικονομικής και κοινωνικής εξέλιξης.

Η σημαντικότερη βιομηχανική ανάπτυξη της χώρας παρατηρείται κυρίως μετά το 1922, όταν η άφιξη των εξαθλιωμένων προσφύγων από τη Μικρά Ασία έριξε στην αγορά εργασίας φτηνά εργατικά χέρια. Τότε κι ο κλάδος του κινηματογράφου γνώρισε γοργή ανάπτυξη. Οι ξένες ταινίες εισάγονταν με ολοένα αυξανόμενους ρυθμούς, το ίδιο και οι μηχανές προβολής, συγκροτείται μια στοιχειώδης ελληνική παραγωγή, αρχίζουν να γυρίζονται ταινίες με σοβαρές αξιώσεις κι οι αίθουσες πολλαπλασιάζονταν με ταχύτατους ρυθμούς.

Το 1926 υπήρχαν 71 κινηματογράφοι σε όλη τη χώρα.

Το 1935, 150 κινηματογράφοι

Το 1939, παραμονές του πολέμου, υπήρχαν 280.

Η ζήτηση τεχνολογικού εξοπλισμού για τις αίθουσες καλύπτονταν με εισαγόμενες μηχανές κυρίως των μεγάλων εργοστασίων ΣΙΜΠΛΕΞ (Αμερική), ΦΙΛΙΠΣ (Ολλανδία), ΠΑΤΕ (Γαλλία), ΣΙΝΕΜΕΚΑΝΙΚΑ (Ιταλία) κλπ. που διέθεταν πια και αντιπρόσωπους στην Ελλάδα.

Δεν υπάρχει πληροφορία για έλληνες τεχνίτες που προχώρησαν σε κατασκευή κινηματογραφικών μηχανών το πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα. Είναι πιθανόν σε αυτή την περίοδο να ανήκουν δυο μηχανές που βρίσκονται η μια στη συλλογή του Σωτήρη Γκαρδιακού (ΗΠΑ) κι άλλη στη συλλογή του Νίκου Μπιλιλή (Θεσσαλονίκη). Φωτογραφίες τους υπάρχουν στο επόμενο κεφάλαιο.

Έχει επισημανθεί όμως η παρουσία τεχνιτών που προέβαιναν σε περιορισμένες παρεμβάσεις στα εισαγόμενα μηχανήματα προκειμένου να βελτιώσουν ή να προσαρμόσουν την προβολή τους.

Η πρώτη σημαντική κατασκευαστική κίνηση στον χώρο του κινηματογράφου στην Ελλάδα παρατηρήθηκε το 1929-1930 όταν ήρθαν οι ομιλούσες ταινίες στις οποίες ο ήχος με οπτική μορφή ήταν «γραμμένος» πάνω σε αυτές. Αυτή η εξέλιξη προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση τόσο στην κινηματογραφική βιομηχανία όσο και στους καλλιτέχνες του χώρου, ηθοποιούς και σκηνοθέτες αλλά κυρίως στους μουσικούς που συνόδευαν τις ταινίες παίζοντας ζωντανή μουσική. Οι τελευταίοι, από τη μια μέρα στην άλλη βρέθηκαν στο δρόμο.

Όσον αφορά την κινηματογραφική υποδομή, δηλαδή τις αίθουσες, οι παλιές μηχανές προβολής του βωβού κινηματογράφου, έπρεπε να αντικατασταθούν με νέες που μπορούσαν «να διαβάζουν» και να αναπαράγουν την ηχητική μπάντα. Στις καμπίνες προβολής και τις αίθουσες έπρεπε να εγκατασταθούν ηχητικά συστήματα με ενισχυτές και ηχεία.

Το κόστος όμως των νέων μηχανών ήταν υψηλό. Έτσι η πρώτη σκέψη των ελλήνων επιχειρηματιών ήταν να μετασκευάσουν τις ήδη υπάρχουσες βωβές μηχανές σε ομιλούσες με την προσθήκη της κατάλληλης κεφαλής ανάγνωσης ήχου. Ένα μικρό εξάρτημα που προσαρμοζόμενο πάνω στη μηχανή, μετέτρεπε τα οπτικά σήματα του ήχου, σε ηλεκτρομαγνητικά. Ήταν μια φτηνή, προσωρινή λύση, ειδικά για τις περιφερειακές αίθουσες.

Η απόλυτη επικράτηση του ομιλούντος κινηματογράφου τους υποχρέωσε μάλιστα να κάνουν αυτές τις αλλαγές αρκετά γρήγορα. Μέσα σε εννέα μήνες, από τον Οκτώβριο του 1929 ως τον Ιούλιο του 1930, δέκα εννέα κινηματογράφοι είχαν εγκαταστήσει μηχανήματα ηχητικού κινηματογράφου και υπολογίζονταν ότι την επόμενη χειμερινή περίοδο το σύνολο των σταθερών κινηματογράφων στην Ελλάδα θα είχαν εξοπλιστεί κατάλληλα για να παίζουν τις ομιλούσες ταινίες.

Κάποιοι τεχνίτες, για να καλύψουν αυτή την ανάγκη, δραστηριοποιούνται από αρκετά νωρίς και αρχίζουν να κατασκευάζουν στην Ελλάδα ηχητικά συστήματα Βιταφόν [3] και μούβιτον[4] δικής τους επινόησης κατά τα πρότυπα όμως των ξένων. Τότε κατοχυρώνονται και οι πρώτες ελληνικές ευρεσιτεχνίες στο χώρο του κινηματογράφου με πρωτοπόρο τον Ζόζεφ Χεπ. Αναπτύσσεται μάλιστα ένας έντονος ανταγωνισμός ανάμεσά τους.

Αλλά αυτή η δραστηριότητα δεν είχε μεγάλες δυνατότητες ανάπτυξης γιατί οι επιχειρηματίες των κεντρικών κυρίως κινηματογράφων άρχισαν να φέρνουν από το εξωτερικό ολοκληρωμένες ηχητικές μηχανές. Η τοποθέτηση μιας νέας μηχανής ήταν ένα επιπλέον διαφημιστικό ατού των κινηματογράφων και προβάλλονταν κατάλληλα μέσα από τον τύπο και άλλα διαφημιστικά μέσα.

Έτσι οι μετασκευές των παλιών βωβών κινηματογραφικών μηχανών περιορίστηκαν στην επαρχία όπου οι απαιτήσεις του κοινού ήταν πολύ μικρότερες.

Παράλληλα με τα εξαρτήματα ήχου άρχισαν και οι κατασκευές των εξαρτημάτων που ήταν απαραίτητα για την προβολή των ελληνικών υποτίτλων στις ξενόγλωσσες ταινίες. Την περίοδο του βωβού οι ταινίες είχαν τους μεσότιτλους που παρεμβάλλονταν ανάμεσα στα πλάνα και στις σκηνές και έδιναν τις απαραίτητες πληροφορίες για την παρακολούθηση της πλοκής του έργου. Εξειδικευμένα εργαστήρια στην Αθήνα μετέφραζαν και τύπωναν σε φιλμ τους ελληνικούς μεσότιτλους που με ένα στοιχειώδες μοντάζ αντικαθιστούσαν τους ξενόγλωσσους.

 

Η ειδική οθόνη για τους υποτίτλους στον ΟΡΦΕΑ της οδού Βουλιαγμένης (φωτογραφία του 1936).

 

Με τις ηχητικές ταινίες όμως οι μεσότιτλοι εξαφανίστηκαν. Αντικαταστάθηκαν από τους ζωντανούς διαλόγους. Οι διάλογοι όμως έπρεπε να μεταφράζονται και με κάποιον τρόπο να ενσωματώνονται στην ταινία. Η πιο εύκολη και φτηνή λύση ήταν η εκτύπωση των υποτίτλων σε ξεχωριστό φιλμ, ένας τίτλος σε κάθε κινηματογραφικό καρέ, και η προβολή τους σε μια μικρή στενόμακρη οθόνη κάτω από τη μεγάλη. Γι αυτή τη δουλειά χρειαζόταν ένα ξεχωριστό μηχάνημα προβολής. Ονομάστηκε «τιτλέζα».

Ήταν ένας είδος μηχανής προβολής, μικρής σε μέγεθος, χειροκίνητης και σχετικά απλής στην κατασκευή της. Άλλωστε το μήκος του φιλμ των υποτίτλων δεν ξεπερνούσε τα 60 μέτρα.

Σε αυτό το επίπεδο κινούνται οι κινηματογραφικές κατασκευές στην Ελλάδα μέχρι το 1940. Το ξέσπασμα του Δεύτερου Παγκόσμιου πολέμου νεκρώνει τα πάντα. Κυριαρχεί ο αγώνας για την επιβίωση.

Από το 1930, που ξεκίνησαν οι κατασκευές, ως το 1940 έχει υπάρξει μόνο μια δεκαετία για την ανάπτυξη οποιασδήποτε βιομηχανικής, βασικά βιοτεχνικής δραστηριότητας στο χώρο του κινηματογράφου. Δηλαδή χρόνος ελάχιστος για δημιουργηθεί μια υποδομή και μια παράδοση.

Ακολουθούν, όπως είναι γνωστό, άλλα δέκα χρόνια ανώμαλης κατάστασης (Πόλεμος, Κατοχή, Εμφύλιος) και μετά το τέλος όλων των πολεμικών περιπετειών ανοίγει πάλι η αγορά. Ήρθε και το σχέδιο Μάρσαλ και φούντωσαν οι σχολές εκμάθησης των αγγλικών. Είναι η περίοδος που σημειώνεται η πιο ραγδαία ανάπτυξη της κινηματογραφικής βιομηχανίας στην Ελλάδα.

Ως πρώτο εντυπωσιακό κινηματογραφικό φαινόμενο είχαμε τη συρροή του κόσμου τις κινηματογραφικές αίθουσες αφού εκεί εύρισκαν την πιο φτηνή και συνάμα πιο θεαματική διασκέδαση. Οι κινηματογράφοι, χειμερινοί και θερινοί, με τους τελευταίους να έχουν την τιμητική τους, πολλαπλασιάζονται με αφάνταστους ρυθμούς.

Συνοπτικά στοιχεία για την ανάπτυξη των κινηματογραφικών αιθουσών της περιόδου: Το 1950 υπήρχαν στην Αθήνα, τον Πειραιά και τα Περίχωρα 59 χειμερινοί κινηματογράφοι. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1960, είχαν υπερδιπλασιαστεί φτάνοντας τους 117 και το 1970, 347!

Ανάλογη πορεία ακολούθησαν και οι θερινοί. Το 1954 υπάρχουν 161 θερινοί κινηματογράφοι και κάθε χρόνο προστίθενται 20 νέοι περίπου. Το 1970 το σύνολο των θερινών ανέρχεται στους 542!

Με μικρότερους αλλά εξ ίσου εντυπωσιακούς ρυθμούς ακολουθεί η υπόλοιπη Ελλάδα. Το 1964 στη Θεσσαλονίκη υπήρχαν 54 αίθουσες που το 1970 φτάνουν τις 98. Στην υπόλοιπη επικράτεια οι 529 κινηματογράφοι (της περιόδου 64-65) γίνονται 610 αλλά εκεί, μην ξεχνάμε, δρούσαν κυρίως οι πλανόδιοι.

Δυστυχώς για τους τελευταίους δεν υπάρχουν στατιστικά στοιχεία καθώς ήταν κινούμενη άμμος. Ήταν όμως εκατοντάδες αυτοί που με κάθε μέσο, είτε αυτοκίνητο είτε γαιδουράκι, γύριζαν σε μικρά και μεγάλα χωριά ακόμα κι εκεί που δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα ή αμαξωτός δρόμος.

Η αύξηση των κινηματογραφικών αιθουσών αύξησε αναγκαστικά τη ζήτηση κινηματογραφικών μηχανών. Η διεύρυνση λοιπόν της αγοράς αποτέλεσε την κινητήρια δύναμη Αυτή η ανάγκη είναι η αφορμή για τις πρώτες ελληνικές κινηματογραφικές κατασκευές με αξιώσεις από ανθρώπους που είχαν τις γνώσεις και θέλησαν να επενδύσουν στον αναπτυσσόμενο κλάδο.

Κινηματογραφικά εργαστήρια που παράγουν μηχανές αναπτύσσονται αποκλειστικά στις δυο μεγάλες πόλεις, την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.

Στις πρώτες σοβαρές κατασκευαστικές προσπάθειες δραστηριοποιούνται κυρίως, ακολουθώντας σχεδόν παράλληλη πορεία, οι τεχνίτες Ιωάννης Πισσάνος στην Αθήνα και Χρυσόστομος Δημητριάδης στη Θεσσαλονίκη. Προηγήθηκε ο Δημητριάδης το 1948 και ακολούθησε ο Πισσάνος το 1954. Οι δύο αυτοί κατασκευάζουν τις πιο αξιόλογες κινηματογραφικές μηχανές προβολής που εμφανίστηκαν ποτέ στην Ελλάδα.

Δίπλα σε αυτούς, πολλοί άλλοι, στήνουν βιοτεχνίες που κατασκευάζουν ευκαιριακά μηχανές ή συναρμολογούν μηχανές με εισαγόμενα εξαρτήματα. Κυρίως χρησιμοποιούν «κεφαλές» από παλιές μηχανές (αυτό ήταν το κυρίως σώμα της μηχανής και το πιο δύσκολο στην κατασκευή) και προσθέτουν τα υπόλοιπα εξαρτήματα που είτε τα παίρνουν από παλιές μηχανές ή τα κατασκευάζουν στα χυτήρια και τα μηχανουργεία τους. Έτσι κι αυτοί διεκδικούν ένα μερίδιο της αγοράς που συνεχώς διευρύνεται μέχρι τη δεκαετία του 70.

Χαρακτηριστικό στοιχείο της τελευταίας περιόδου είναι η απόλυτη αναρχία, αφού εμφανίζονται εργαστήρια που κατασκευάζουν πιστά αντίγραφα ξένων μηχανών και τα παρουσιάζουν σαν αυθεντικά, όχι πάντα εν αγνοία των αγοραστών. Το ωραίο βέβαια είναι ότι τα πλαστά αντίγραφα δεν είχαν να ζηλέψουν τίποτα από τα πρωτότυπα! Ακόμη και έμπειροι μηχανικοί προβολής αδυνατούσαν να αναγνωρίσουν τις πλαστές από τις αυθεντικές μηχανές.

Ο λόγος που έκανε κάποιον να αγοράσει μια πλαστή μηχανή ήταν το χαμηλότερο κόστος. Οι εισαγόμενες στην κυριολεξία οι στοίχιζαν μια περιουσία.[5] Και το κόστος ήταν δυσβάσταχτο για κάποιον που ξεκίναγε μια νέα επιχείρηση.

Την μεταπολεμική περίοδο συνεχίζεται η κατασκευή ηχητικών κεφαλών (μούβιτον), αλλά σε πολύ μικρό αριθμό. Τιτλέζες συνεχίζουν να κατασκευάζονται μέχρι το 55 περίπου που γενικεύεται η χάραξη των υποτίτλων πάνω στις ταινίες. Αρκετά εργαστήρια δραστηριοποιούνται στην κατασκευή φαναριών και κάποια από αυτά αναπτύσσουν πατέντες για την «κλοπή» φωτός από το φανάρι προς τις τιτλέζες.

Περισσότεροι είναι οι τεχνίτες που ασχολούνται με την κατασκευή-συναρμολόγηση φορητών μηχανών για τους πλανόδιους οι οποίοι έχουν πληθύνει, ίσως σε υπερβολικό βαθμό. Αυτοί οι τεχνίτες χρησιμοποιούν μεταχειρισμένες κεφαλές σταθερών μηχανών, πολλές εισάγουν από το εξωτερικό που τις βρίσκουν πολύ φτηνά, και στην Ελλάδα κατασκευάζουν τα υπόλοιπα, όπως ελαφρές βάσεις, πόδια πτυσσόμενα , φανάρια με λάμπα και μπράτσα.

Με τον ερχομό του σινεμασκόπ εμφανίζονται κάποιοι τεχνίτες (εντοπίσαμε μόνο δύο) που προχωρούν στην κατασκευή αναμορφωτικών φακών. Δεν κατάφεραν όμως να ανταπεξέλθουν στον ανταγωνισμό των εισαγόμενων και το κίνητρο της εξαιρετικά χαμηλής τιμής σε σχέση με τους εισαγόμενους δεν στάθηκε ικανό να τους κρατήσει στην αγορά.

Αλλά το 1970 έρχεται η τηλεόραση και ξεκινά η αντίστροφη πορεία για τον κινηματογράφο, ένας κατήφορος που τους συμπαρασύρει όλους. Τότε, αναγκαστικά σταματάει και η οποιαδήποτε παραγωγή μηχανών. Έχει υπάρξει δηλαδή μόνο μια εικοσαετία, τη μεταπολεμική περίοδο, μέσα στην οποία έγινε ότι έγινε.

Μετά τη λαίλαπα και κυρίως την περίοδο της σχετικής ανάκαμψης του κινηματογράφου στη δεκαετία του 90, κάποιοι τεχνίτες συνεχίζουν στον κατασκευαστικό τομέα, φτιάχνοντας φανάρια με λάμπες ΧΕΝΟΝ προκειμένου να αντικαταστήσουν οι αιθουσάρχες τα παλιά φανάρια με το βολταϊκό τόξο. ΚΙ εδώ είναι το τέλος.

Αυτό είναι σε συντομία το χρονικό των κατασκευών στην Ελλάδα. Ας δούμε τώρα από πιο κοντά τους ανθρώπους και τα μηχανήματά τους.




 


 

[1] Το φθινόπωρο του 1908, σύμφωνα με τον Φώτο Γιοφύλλη, άνοιξε στην Αθήνα το πρώτο συστηματικό κινηματοθέατρο με εισιτήριο. Βρισκόταν στη γωνία των δρόμων Σταδίου και Γεωργίου Σταύρου και ονομαζόταν «Θέατρον του Κόσμου».

[2] Πρόκειται για το Θέατρο ποικιλιών «Ολύμπια», που βρισκόταν στην παραλία και καταστράφηκε στη φοβερή πυρκαγιά του 1917.

[3] Βιταφόν ήταν ένα σύστημα που χρησιμοποιούσε δίσκο γραμμοφώνου πάνω στον οποίο ήταν γραμμένη η ηχητική μπάντα της ταινίας.

[4] Μούβιτον ονομάστηκε η συσκευή η οποία «διάβαζε» τον οπτικό ήχο που τυπωνόταν πάνω στο φιλμ.

[5] Ο Λευτέρης Σκλάβος θυμάται κάποιον από την Πάτρα που είχε τον κινηματογράφο ΑΙΓΛΗ ο οποίος έδωσε στον Ράντζιο ένα σπίτι στην Αθήνα για να αγοράσει μια μηχανή «Σινεμεκάνικα».


 
Αρέσει σε %d bloggers: