3. Οι άνθρωποιa

Καθώς στην Ελλάδα δεν υπήρξαν ποτέ μεγάλες βιομηχανίες κατασκευής κινηματογραφικών μηχανημάτων αλλά προσωπικές επιχειρήσεις με επικεφαλής κάποιο «δαιμόνιο» τεχνίτη επιλέξαμε την ατομική αναφορά σε αυτούς.

Άλλωστε είναι χαρακτηριστικό ότι μετά το θάνατο κάποιου κατασκευαστή η επιχείρηση έκλεινε καθώς δεν υπήρχε συνέχιση της δραστηριότητας από άλλους. Εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις.

Α) ΤΗΝ ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

 

Δεν είναι γνωστό αν κάποιοι, μεμονωμένοι τεχνίτες, αποπειράθηκαν να κατασκευάσουν κάποια μηχανή προβολής. Εκτεταμένη αναζήτηση στον τύπο της περιόδου δεν απέφερε τίποτα. Δεν αποκλείεται όμως κάποιοι δαιμόνιοι εφευρέτες να είχαν καταπιαστεί και με τον χώρο του κινηματογράφου. Αυτό άλλωστε φανερώνει κι η είδηση για την περίεργη εφεύρεση κάποιου νέου από τη Δράμα.

Στο περιοδικό «Θεατής» της 14-1-1939, στη ρουμπρίκα «Ελληνικαί εφευρέσεις του μηνός» υπάρχει αναφορά στην εφεύρεση του Θ. Ιωαννίδη. Ο Θ. Ιωαννίδης δεν κατασκεύασε μια μηχανή προβολής αλλά μια συσκευή με την οποία, σύμφωνα με το δημοσίευμα, συγκεντρώνει το φως του ήλιου, δημιουργεί μια φωτεινή δέσμη και την στέλνει στην μηχανή προβολής αντικαθιστώντας το φανάρι με το βολταϊκό τόξο.

Σημειώνεται ότι η συσκευή δεν είναι ανάγκη να παρακολουθεί την πορεία του ήλιου. Η συγκέντρωση του φωτός γίνεται με ειδικά κάτοπτρα ενώ η συσκευή παραμένει ακίνητη. Το άρθρο σημειώνει ότι αυτή η εφεύρεση έχει πολύ μικρή πρακτική εφαρμογή γιατί προϋποθέτει την ύπαρξη των φωτεινών ακτινών του ήλιου.[1]

Η μηχανή που βρέθηκε να πωλείται στο Μοναστηράκι και έχει στην κατοχή του ο συλλέκτης Σωτήρης Γκαρδιακός που ζει στις ΗΠΑ, πρέπει να ανήκει στην ίδια περίοδο ή και νωρίτερα γιατί είναι ένα μοντέλο χωρίς κεφαλή ανάγνωσης του ήχου αν και είναι πολύ δύσκολο να προσδιοριστεί η ταυτότητά της.

Ο ερχομός του ομιλούντος, από το 1929 και μετά, όπως αναφέρθηκε στο πρώτο μέρος, έφερε την πρώτη ουσιαστική δραστηριοποίηση των Ελλήνων τεχνικών στον τομέα των κατασκευών και τις πρώτες ελληνικές ευρεσιτεχνίες. Μόνο που ο πρώτος ήταν Ουγγαρέζος!

 

ΖΟΖΕΦ XΕΠ

 

Ο Ζόζεφ Χεπ, Ούγγρος την καταγωγή, ήταν ένας από τους πρώτους μηχανικούς κινηματογράφου που εργαζόταν στη Γαλλική εταιρία «Πατέ». Ήρθε στην Ελλάδα το 1910 για να εγκαταστήσει μια μηχανή προβολής της εταιρίας του στον κινηματογράφο «Πανελλήνιον» της Αθήνας. Καθώς δεν υπήρχαν ακόμα Έλληνες μηχανικοί του ζητήθηκε να μείνει εδώ, πράγμα που έκανε. Και ρίζωσε, συμβάλλοντας τα μέγιστα στην ανάπτυξη του κινηματογράφου στην Ελλάδα τόσο στον τεχνικό όσο και στον καλλιτεχνικό τομέα.

Το 1924, μέσα από μια μικρή διαφημιστική καταχώρηση στο περιοδικό «Κινηματογραφικός Αστήρ» τον βλέπουμε να έχει συνεταιριστεί με τον Μαυρίκιο Νόβακ και να έχει ανοίξει στην οδό Θεμιστοκλέους μια «κινηματογραφική εταιρία» η οποία αναλαμβάνει λήψεις ταινιών (διαφημιστικών, επικαίρων κλπ) αλλά και την κατασκευή τίτλων όπως και κάθε είδους φωτογραφικές εργασίες.

Το 1929, τη χρονιά που εισάγεται ο ομιλών κινηματογράφος, ο δαιμόνιος Ζόζεφ Χέπ κατασκευάζει ένα ηχητικό σύστημα που χρησιμοποιούσε για την αναπαραγωγή της φωνής πλάκες γραμμοφώνου (προφανώς απομίμηση του Βιταφόν) κι έτσι δημιούργησε την πρώτη ελληνική ηχητική ταινία. Η ταινία προβλήθηκε τον Φεβρουάριο του 1930 στον κινηματογράφο «Ούφα Πάλας» στο Σύνταγμα και παρουσίαζε τον κ. Επιτροπάκη να τραγουδά την «Καρμέλα».

Αλλά ο Χεπ δεν έμεινε εκεί. Παράλληλα προχώρησε στην κατασκευή «μούβιτον», συσκευών ανάγνωσης του γραμμένου στην ταινία οπτικού σήματος του ήχου, που προσαρμόζονταν πάνω στις παλιές μηχανές κι έτσι οι βωβές μετατρέπονταν σε ομιλούσες.[2]

Ο Χέπ πήρε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, κατοχύρωσε την εφεύρεσή του με τις αποφάσεις 2612/1930 και 2642/1930 του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και άρχισε την παραγωγή.

Παράλληλα όμως και άλλοι τεχνίτες είχαν προχωρήσει στην κατασκευή ηχητικών μηχανημάτων. Ένα μόλις μήνα μετά τη δημόσια παρουσία των μηχανημάτων του Χέπ ανακοινώνεται ότι στους κινηματογράφους «Κάπιτολ», «Φως» και «Ηλύσια» του Πειραιά τοποθετούνται εγκαταστάσεις ηχητικού κινηματογράφου, ελληνικής ευρεσιτεχνίας των μηχανικών Α. Δούρου και Ε. Ζερβοπούλου.

Ο Χέπ, βλέποντας και άλλους να μπαίνουν στο παιχνίδι του ηχητικού, με δημόσια δήλωσή του υποστηρίζει ότι μόνον αυτός έχει το δικαίωμα εγκατάστασης ηχητικών μηχανημάτων ελληνικής κατασκευής και απειλεί με κατάσχεση όλα τα μηχανήματα που θα λειτουργήσουν χωρίς την άδειά του.

Δεν έγινε όμως αυτό που ήθελε ο Χέπ. Δύο μήνες αργότερα, ο πρώην συνεταίρος του Μαυρίκιος Νόβακ εγκαθιστά στον κινηματογράφο «Αθηναϊκό» της Καλαμάτας ηχητικά μηχανήματα δικής του εφευρέσεως ενώ και άλλα εργαστήρια δραστηριοποιήθηκαν σ΄ αυτόν τον τομέα.

Ο Χεπ δεν επέμεινε στις εφευρέσεις του και εξελίχθηκε σε έναν αξιόλογο καμεραμάν.

 

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΡΑΝΤΖΙΟΣ

 

Ο Αιμίλιος Ράντζιος, που γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1892, ήταν μηχανολόγος ηλεκτρολόγος που δραστηριοποιήθηκε στον χώρο του κινηματογράφου από το ξεκίνημά του. Το 1911 τον βρίσκουμε στην Κωνσταντινούπολη να είναι συντηρητής στις γεννήτριες και τις μηχανές προβολής ERNEMANN της εταιρίας Cine-Theatrales «Weinberg». Το 1919 είναι οπερατέρ μηχανικός στην Union CineTheatrale dOrient και το 20-22 ηλεκτρολόγος, υπεύθυνος για τις κινηματογραφικές μηχανές στον κινηματογράφο του Theatre de Smyrne.

Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή ήρθε στην Ελλάδα όπου έστησε το δικό του εργαστήριο στο κέντρο της Αθήνας (στοά Φέξη) κάνοντας επισκευές.

Το 1931 ο Αιμίλιος Ράντζιος μπήκε κι αυτός στο παιχνίδι του ηχητικού κινηματογράφου, δημιούργησε τη φίρμα Cine Radio και κατασκεύαζε «μούβιτον» και ενισχυτές, μια δραστηριότητα που τη συνέχισε και μεταπολεμικά. Το 1937, σύμφωνα με δήλωσή του, είχε εκτελέσει πενήντα εγκαταστάσεις ηχητικού κινηματογράφου σε Αθήνα και επαρχία. [3]

 

ΑΛΛΟΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΕΣ

 

Κεφαλές ανάγνωσης ήχου επίσης κατασκεύαζαν στην προπολεμική Ελλάδα εκτός από τους Μαυρίκιο Νόβακ, Α. Δούρο και Ε. Ζερβόπουλο, που προαναφέραμε, οι Αδελφοί Χαλκιά.

Τα μηχανήματα των Αδελφών Χαλκιά κυκλοφορούσαν με τη φίρμα «Halkias» και διαφημίζονταν ως εφάμιλλα «των τελειωτέρων ευρωπαϊκών» σε εμφάνιση και απόδοση και προσφέρονταν σε ανταγωνιστική τιμή.

Γύρω στο 1935 δραστηριοποιείται στην κατασκευή μούβιτον και ο Δημήτριος Ποντίκης> Οι συσκευές του, όπως διαφημίζει «συνδέονται απ ευθείας στο ρεύμα της πόλεως». Κατασκεύαζε επίσης ενισχυτές καθώς και ραδιόφωνα και ραδιογραμμόφωνα. Στα μηχανήματά του έδινε τη μάρκα Cinetecnica”.

Στις διαφημιστικές καταχωρήσεις αλλά και στις μεταλλικές πινακίδες πάνω στα μηχανήματα ανέφερε ότι ήταν διπλωματούχος ραδιομηχανικός του Instituto Radiotechnico του Μιλάνου. Το εργαστήριό του βρισκόταν στην οδό Γλάδστωνος 8. Συνέχισε την ίδια δουλειά και μεταπολεμικά. Ο Λευτέρης Σκλάβος θυμάται ότι είχε βοηθό τον ανιψιό του Παναγιώτη Τσουπρή ο οποίος τοποθετούσε τα μηχανήματα και έκανε τη συντήρησή τους.

Το 1931 ξεκινά την επιχείρησή του (εισαγωγές μηχανών και εξαρτημάτων) ο Χρήστος Αξαρλής αλλά στις κατασκευές δραστηριοποιείται κυρίως τα μεταπολεμικά χρόνια.

Πιθανόν να υπήρχαν και άλλοι που τα ονόματά τους δεν έχουν καταγραφεί.

 

ΟΙ ΤΙΤΛΕΖΕΣ

 

Οι τιτλέζες ήταν ένας ιδιαίτερος τομέας στον οποίο δραστηριοποιήθηκε άγνωστος αριθμός Ελλήνων τεχνιτών μια και ο μηχανισμός τους ήταν απλός και η κατασκευή τους σχετικά εύκολη. Οι τιτλέζες ήταν απαραίτητες σε όλες τις κινηματογραφικές μηχανές μέχρι και τη δεκαετία του 50.

Υπήρχαν δύο τύποι. Αυτές που προσαρμόζονταν πάνω στη μηχανή προβολής και με συνδυασμό δύο κατόπτρων «έκλεβαν» φως από το φανάρι της μηχανής και αυτές που ήταν αυτόνομες και διέθεταν δικό τους φανάρι.

Δυο όμοιες τιτλέζες δεν έχω βρει. Η κάθε μία ήταν διαφορετική.

 

 

Β) ΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

 

Τη μεταπολεμική περίοδο, όπως ήδη αναφέρθηκε, έχουμε τη σοβαρή πλέον προσπάθεια για την ανάπτυξη μιας βιομηχανίας κινηματογραφικών μηχανών που δεν ξεπέρασε όμως το στάδιο της βιοτεχνίας. Οι άνθρωποι που μπήκαν σε αυτό το παιχνίδι είναι:

 

ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΙΣΣΑΝΟΣ

 

Ο Ιωάννης Πισσάνος ήταν καθηγητής στη Σιβιτανίδειο τεχνική σχολή όπου δίδασκε μηχανουργική τεχνολογία. Το 1954 βρίσκεται προϊστάμενος στο τμήμα μηχανουργείων της σχολής. Εκείνη τη χρονιά ξεκίνησε και την παραγωγή κινηματογραφικών μηχανών προβολής στη βάση δικών του σχεδίων με τη φίρμα «ΑΘΗΝΑ».

Οι μηχανές που κατασκεύαζε ήταν άρτιες, απόλυτα αξιόπιστες κι αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι κάποιες από αυτές βρίσκονται ακόμα σε λειτουργία. Όλα τα μέρη τους κατασκευάζονταν στην Ελλάδα και μόνο οι φακοί ήταν εισαγόμενοι.

Οι μηχανές ΑΘΗΝΑ είχαν για σήμα τον κινηματογραφικό «Σταυρό της Μάλτας» με την κεφαλή της θεάς Αθηνάς στο κέντρο. Το ανάγλυφο μεταλλικό σήμα τοποθετούνταν στη βάση της μηχανής.

Τη πρώτη μηχανή την κατασκεύασε ο Πισσάνος το 1954 στα εργαστήρια της σχολής που δίδασκε πριν ανοίξει το δικό του εργαστήριο στην οδό Μεγάλου Αλεξάνδρου 3 και Καλλέργη. Συνεταίρος του στο ξεκίνημα ήταν ο μηχανουργός Περικλής Καλούμενος που αργότερα αποχώρησε για να δημιουργήσει τη δική του επιχείρηση.

 

Athina_ergostasio Στο εργοστάσιο του Ιωάννη Πισάνου, ο αρχιτεχνίτης Καλούμενος συναρμολογεί μηχανή ΑΘΗΝΑ (φωτογραφία από το περιοδικό Κινηματογραφικός Αστήρ 1955).

Η πρώτη διαφημιστική καταχώρηση του Πισσάνου εμφανίζεται στο περιοδικό Κινηματογραφικός Αστήρ τον Αύγουστο του 1954. Η καταχώρηση περιλαμβάνει φωτογραφία της πρώτης (;) μηχανής του εργαστηρίου που ήταν ήδη εγκατεστημένη στον κινηματογράφο «Παλλάδιον» της Καλλιθέας.

Η παραγωγή μηχανών ΑΘΗΝΑ καλύπτει την περίοδο 1955-1977. Κατασκευάστηκαν διαδοχικά πέντε μοντέλα. Η κύρια διαφορά μεταξύ τους είναι η ολοένα και μικρότερη κεφαλή και κατά συνέπεια ελαφρότερη.

Τον Σεπτέμβρη του 1957 ξεκίνησε το τρίτο μοντέλο. Αυτή τη χρονιά το εργοστάσιο παρήγαγε 12 μηχανές το χρόνο. Το 1965, στο φόρτε της δουλειάς, παρήγαγε 25. Αλλά το 1968-69 άρχισε η καθοδική πορεία.

Ο Ιωάννης Πισσάνος πέθανε το 1971.Ο τεχνίτης Απόστολος Πατσής, παλιός μαθητής του στη Σιβιτανίδειο, συνέχισε τη λειτουργία του εργοστάσιου μέχρι το 1977 αλλά με συνεχώς μειούμενη παραγωγή. Το 1971 κατασκευάστηκαν 6 μηχανές και μέχρι το 1977 άλλες 5.

Ο συνολικός αριθμός των παραχθέντων μηχανών ΑΘΗΝΑ, σύμφωνα με τον αριθμό που «χτυπιόταν» πάνω στη μηχανή, είναι 225. Αλλά αυτό το νούμερο δεν είναι πραγματικό γιατί η αρίθμηση ξεκίνησε από το 50. Έτσι ο πραγματικός αριθμός των μηχανών που κατασκεύασε ο Πισσάνος είναι 175.

Στο εργοστάσιο του Πισσάνου την περίοδο 60-65 δούλευαν 9 άτομα. Παρήγαγαν τα πάντα που χρειάζεται μια καμπίνα κινηματογράφου

Μπομπίνες

Ανορθωτές

Ανατυλίκτριες

εκτός από ενισχυτές και φακούς. Φακούς χρησιμοποιούσαν εισαγόμενους από την Ιταλία. Ενισχυτές έπαιρναν αυτούς που κατασκεύαζε ο Κώστας Μιχαλούδης. Τεχνίτες του Πισσάνου ανελάμβαναν και την εγκατάσταση των μηχανών και τη συντήρησή τους.

Ο Πισσάνος γύρω στο 1965 αποπειράθηκε να φτιάξει και μια φορητή μηχανή αλλά άφησε το σχέδιο στη μέση γιατί είχε πλέον πέσει η ζήτηση των μηχανών και δυστυχώς κατέστρεψε το πρωτότυπο.

Στο εργοστάσιο του Πισσάνου κατασκευάζονταν ακόμη και τυπωτικές μηχανές υποτίτλων – αυτές που χτυπούν με μικροσκοπικά κλισέ το φιλμ και χαράσσουν πάνω σε αυτό τους υποτίτλους. Τις μηχανές αυτές προμηθεύονταν τα ειδικευμένα για τα εργαστήρια υποτιτλισμού των ξένων ταινιών.

Οι μηχανές του Πισσάνου συμμετείχαν σε δυο εκθέσεις εφαρμογών ηλεκτρισμού που έγιναν στο Ζάππειο καθώς και στην διεθνή έκθεση Θεσσαλονίκης.

Αρκετές μηχανές ΑΘΗΝΑ έχουν πουληθεί στο Στρατό και άλλες κρατικές υπηρεσίες. Δεν εξάχθηκαν στο εξωτερικό. Υπάρχει μαρτυρία για μια μηχανή ΑΘΗΝΑ που εγκαταστάθηκε στην Κύπρο.

Σε διαφημιστικό φυλλάδιο της εταιρίας του Πισσάνου (χωρίς ημερομηνία έκδοσης) φαίνεται να παρήγαγε τη στιγμή εκείνη δύο τύπους μηχανών, την ΑΕ και την ΑΖ με εμφανείς διαφορές στο φανάρι και τη στήριξη του φακού.

Η χαμηλότερη τιμή πώλησης κατά 40% έναντι των εισαγόμενων και η άριστη κατασκευή τους τις έκανε πολύ ελκυστικές για τους ιδιοκτήτες κινηματογράφων.

 

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ

Ο Χρυσόστομος Δημητριάδης δημιούργησε στη Θεσσαλονίκη μια μικρή μονάδα κατασκευής μηχανών προβολής που κινούνταν κι αυτή, όπως του Πισσάνου, σε βιοτεχνικά επίπεδα. Κατασκεύαζε τόσο φορητές όσο και σταθερές μηχανές.

Ο Δημητριάδης πολέμησε στην Αλβανία όπου έπαθε κρυοπαγήματα κι έμεινε σε όλη του τη ζωή με αναπηρία στα πόδια. Ο Θεσσαλονικιός κινηματογραφιστής Νίκος Μπιλιλής, που γνώρισε τον Δημητριάδη το 1943, θυμάται ότι την εποχή εκείνη έκανε μόνο επισκευές. Ξεκίνησε την κατασκευή των κινηματογραφικών μηχανών, το 1948 με 50, αρκετά πριν τον Πισσάνο στην Αθήνα. Το εργαστήριό του βρισκόταν στο σπίτι του στη Νεάπολη.

Τα τεχνικά μέσα που είχε στη διάθεσή του, καθώς και τα κεφάλαια, ήταν ελάχιστα. Ο Λάκης Ποτολίδης, που πήγε δίπλα του σαν μαθητευόμενος το 1945-46, θυμάται ότι οι ίδιοι μετασκεύασαν έναν τόρνο σε φρέζα για να μπορούν να κόβουν γρανάζια. Όλα τα εξαρτήματα των μηχανών, όπως και ο Πισσάνος, ο Δημητριάδης τα κατασκεύαζε μόνος του.

Οι μηχανές του δεν είχαν φίρμα και ούτε ποτέ έβαλε διαφημιστική καταχώρηση στον επαγγελματικό τύπο. Πάνω στις μηχανές έβαζε μόνο μια πινακίδα με το όνομά του.

Η παραγωγή των σταθερών μηχανών ήταν συνεχής, εξαρτιόταν όμως πάντα από τις παραγγελίες, ενώ φορητές έφτιαχνε μόνο ύστερα από παραγγελία. Παράλληλα κατασκεύαζε και άλλα εξαρτήματα για τις μηχανές προβολής όπως τιτλέζες.

Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των μηχανών του Δημητριάδη είναι ότι είχαν τη δυνατότητα να ρυθμίζεται κατά βούληση η ταχύτητα του μοτέρ και να προβάλλονται οι ταινίες άλλοτε με περισσότερα και άλλοτε με λιγότερα από τα κανονικά 24 καρέ το δευτερόλεπτο. Αυτό έγινε κατ απαίτηση των κινηματογραφιστών που άλλοτε θέλανε να επιταχύνουν την προβολή μιας ταινίας για να κερδίσουν χρόνο και άλλοτε να την επιβραδύνουν.

Οι μισοί κινηματογράφοι της Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με όσα λένε οι υποστηριχτές του, είχαν δικές του μηχανές ενώ πολλές από αυτές βρίσκονταν σε λειτουργία ακόμα και πολύ πρόσφατα αποδεικνύοντας την ποιότητα της κατασκευής και την ανθεκτικότητα τους. Ο Ν. Μπιλιλής θυμάται ότι έκανε εξαγωγή κάποιων μηχανών σε βαλκανικές χώρες.

Συνέχισε να δουλεύει μέχρι το ΄80 οπότε και το εργαστήριό του έκλεισε. Σύμφωνα με τον Λάκη Ποτολίδη η εμφάνιση του Κοσμά Δασυγένη στον χώρο των κατασκευών κινηματογραφικών μηχανών έριξε πίσω την παραγωγή του Δημητριάδη. Πέθανε λίγο πριν το 2000.

 

 

ΚΟΣΜΑΣ ΔΑΣΥΓΕΝΗΣ

 

Ο Κοσμάς Δασυγένης ήταν απόστρατος αξιωματικός. Δημιούργησε στη Θεσσαλονίκη μια βιοτεχνία στην οποία κατασκεύαζε τόσο σταθερές όσο και φορητές μηχανές με τη φίρμα «Salonica Κ.Δ.». Μπήκε στην μαζική παραγωγή φορητών μηχανών το 1962.

Η φορητή μηχανή κυκλοφορούσε σε δυο μοντέλα, το ένα με λάμπα των 1000 WATT και το άλλο με λάμπα των 2000 WATT. Η διάρκεια ζωής της λάμπας, όπως διαφήμιζε, ήταν 350 ημέρες.

Σύμφωνα με τον Νίκο Μπιλιλή για την κατασκευή τους χρησιμοποιούσε εισαγόμενα εξαρτήματα κι έτσι μπορούσε να έχει μεγαλύτερη παραγωγή από τον ανταγωνιστή του Δημητριάδη. Στο επαγγελματικό περιοδικό ΘΕΑΜΑΤΑ, που εκδιδόταν στην Αθήνα και κυκλοφορούσε σε όλη την Ελλάδα, δημοσιεύονταν συστηματικά διαφημιστικές καταχωρήσεις του Δασυγένη κι ήταν οι μόνες μαζί με αυτές του Πισσάνου («ΑΘΗΝΑ») για μηχανές προβολής κατασκευασμένες στην Ελλάδα.

Σύμφωνα με τον Τέρπο Παπαευαγγέλου (ανταγωνιστή στις πωλήσεις φορητών μηχανών) οι στρογγυλές λάμπες που χρησιμοποιούσε ο Δασυγένης δεν είχαν μεγάλη φωτεινότητα. Επιπλέον οι μηχανές ήταν αρκετά ογκώδεις και βαριές για φορητές.

Το βασικό μειονέκτημα., σύμφωνα με πολλούς μηχανικούς προβολής ήταν ο θόρυβος που έκαναν κατά τη λειτουργία τους. Εξ αιτίας αυτού του γεγονότος οι επαγγελματίες του χώρου τις ονόμαζαν «προκάδικα» – από το θόρυβο που κάνουν οι πρόκες όταν χτυπιούνται σε ένα μεταλλικό κουτί.

Οι μηχανές αυτές κυκλοφόρησαν κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα αλλά πρακτορεύονταν και στην Αθήνα από τον Ιωάννη Λουλουδάκη. Μια σημαντική παρτίδα μηχανών πουλήθηκε στο Στρατό την περίοδο της Διχτατορίας (1967-74) κυρίως λόγω των στενών δεσμών που είχε ο Δασυγέννης με την ηγεσία του στρατού.

 

 

ΣΕΡΓΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

 

Το τέλος του πολέμου βρήκε τον Παναγιώτη Σέργιο να έχει στην αρχή της οδού Βουλιαγμένης στην Αθήνα ένα μηχανουργείο που επισκεύαζε μηχανές προβολής αλλά έκανε και κατασκευές. Σε αυτόν έδωσε γύρω στο 1950 μια παραγγελία για την κατασκευή φορητής μηχανής ο Λευτέρης Σκλάβος όταν θέλησε να επεκτείνει τη δράση του και στην επαρχία.

Η μηχανή που κατασκευάστηκε από τον Π. Σέργιο βρίσκεται ακόμα στην κατοχή του Λ. Σκλάβου καθώς και μια προγενέστερη μηχανή που κατασκεύασε ο Σέργιος, μπορεί και πριν τον πόλεμο, και είχε πουληθεί σε άλλον. Για τη δεύτερη μηχανή υπάρχει υποψία ότι χρησιμοποίησε κεφαλή «BAUER».

Το 1952 συνεταιρίστηκε με τον Λευτέρη Σκλάβο με προοπτική να ξεκινήσουν την κατασκευή σταθερών μηχανών προβολής. Από τότε στεγάστηκε σε ένα μαγαζί στο οικόπεδο του κινηματογράφου ΟΡΦΕΑ, ιδιοκτησία του Λ. Σκλάβου.

Με χρηματοδότηση του Σκλάβου κατασκεύασε το πρωτότυπο μιας μηχανής με προοπτική να συνεχιστεί η παραγωγή αλλά δεν βρήκε αγοραστές. Το πρωτότυπο υπάρχει ακόμα στο υπόγειο του σπιτιού του Λ. Σκλάβου. Την ίδια περίοδο κατασκεύασε και άλλες δυο, τρεις φορητές. Μια από αυτές πουλήθηκε στην Παρθενών Φιλμ.

Μια από τις βασικές δραστηριότητες του Π. Σέργιου (πάντα σε συνεργασία με τον Λ. Σκλάβο), τη δεκαετία 50-60, ήταν η κατασκευή των μηχανών επεξεργασίας φιλμ των εργαστηρίων της Φίνος Φιλμ, πριν έρθουν τα καινούργια από το εξωτερικό. Για τον σκοπό αυτό αγοράστηκε και ένας τόρνος που χρησιμοποιεί τώρα ο Πέτρος Κεραμίδας.

Ανάμεσα στις άλλες κατασκευές του Σέργιου ήταν τιτλέζες και μπομπίνες από αλουμίνιο.

Είχε ένα άσχημο τέλος: σκοτώθηκε κάπου μετά το 1960 πέφτοντας από μοτοσικλέτα .

 

 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΞΑΡΛΗΣ

 

Ο Χρήστος Αξαρλής ήταν έμπορος. Στο χώρο του κινηματογράφου εμφανίζεται την προπολεμική περίοδο (1931) εισάγοντας και εγκαθιστώντας συστήματα ηχητικού κινηματογράφου. Σε διαφημίσεις που καταχωρούσε στον τύπο εμφανίζεται σαν αντιπρόσωπος της Webster Chicago.

Η έδρα του βρισκόταν στην Αθήνα (Σταδίου 60) ενώ διατηρούσε και κατάστημα στη Θεσσαλονίκη (Βίκτωρος Ουγκώ 5).

Το 1950, σε διαφήμιση στο περιοδικό «Κινηματογραφικός Αστήρ», ανακοινώνει ότι διαθέτει «μούβιτον» δικής του κατασκευής τα οποία ισχυρίζεται ότι είναι εφάμιλλα «των καλυτέρων ευρωπαϊκών».

Αναφέρει επίσης ότι κατασκευάζει μηχανήματα προβολής υποτίτλων καθώς και εξαρτήματα κινηματογραφικών μηχανών (σταυρούς, ταμπούρ, πόρτες, γλυσιέρες κλπ).

Μεταπολεμικά, σύμφωνα με μαρτυρίες, ξεκίνησε την παραγωγή κινηματογραφικών μηχανών, πιστών αντιγράφων της ιταλικής ΜΙΚΡΟΤΕΧΝΙΚΑ, της οποίας ήταν ο αντιπρόσωπος στην Ελλάδα. Είναι άγνωστο αν τις κατασκεύαζε με την άδεια της μητρικής εταιρίας.

Ο βασικός τεχνίτης στο μηχανουργείο του ήταν ο Παπάζογλου. Ο Παπάζογλου, έκανε επισκευές και στο δικό του μηχανουργείο, στην οδό Κολωνού, πριν συνεργαστεί με τον Αξαρλή.

 

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΡΑΝΤΖΙΟΣ

 

Ο Αιμίλιος Ράντζιος, που ξεκίνησε το 1931 κατασκευάζοντας μούβιτον, όπως αναφέρθηκε στο προηγούμενο κεφάλαιο, μεταπολεμικά επεχτάθηκε και στον κλάδο των μηχανών προβολής. Κατασκεύαζε πιστά αντίγραφα της ΣΙΝΕΜΕΚΑΝΙΚΑ, χωρίς την άδεια της Ιταλικής εταιρίας.

Κατασκεύαζε μηχανές πάντα κατά παραγγελία και δεν υπάρχει γνώση για τον συνολικό αριθμό των μηχανών που παρήγαγε. Έπαιρνε από τον Παπαστόφα (αντιπρόσωπο της ΣΙΝΕΜΕΚΑΝΙΚΑ) μεταλλικές ετικέτες με τη φίρμα της ιταλικής εταιρίας και τις κόλλαγε επάνω στις δικές του. Αυτό ήταν σε γνώση των αγοραστών.

Ο Σκλάβος αγόρασε από αυτόν μια μηχανή «μαϊμού» ΣΙΝΕΜΕΚΑΝΙΚΑ, το 50 ίσως και πιο μπροστά. Ανήκει στη συλλογή του.

Ο Ράντζιος προσεβλήθη από πάρκινσον και υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την εργασία μετά το 60.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

 

Δημήτρης Παπαδημητρίου αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση στον χώρο των τεχνιτών του κινηματογράφου. Ξεκίνησε τα μεταπολεμικά χρόνια σαν μηχανουργός στο εργαστήριο του Χρήστου Αξαρλή απ όπου έφυγε το 1959 – 60 για να δημιουργήσει το δικό του εργαστήριο.

Αναδείχτηκε σε έναν από τους καλύτερους τεχνίτες κινηματογραφικών μηχανών. Οι κατασκευαστικές του ικανότητες ήταν απεριόριστες. Ο Σκλάβος αναφέρει ότι τον χαρακτήριζαν σαν «καρδιολόγο» των κινηματογραφικών μηχανών.

Σε προσωπική συζήτηση μου ανέφερε ότι κατασκεύασε μια μηχανή προβολής προκειμένου να συμμετάσχει σε έναν διαγωνισμό του Στρατού για την προμήθεια μεγάλου αριθμού μηχανών. Δεν διευκρίνισε αν επρόκειτο για μηχανή 16 ή 35μμ. Υποπτεύομαι ότι πρόκειται για το πρωτότυπο μιας μηχανής των 16μμ. που έχει ο γιος του Αξαρλή.

Στο εργαστήριό του έκανε πολλές πρωτότυπες κατασκευές που του ζητούσαν διάφορα εργαστήρια εμφάνισης φιλμ ή στούντιο. Στο μαγαζί του έχει απομείνει ημιτελής μια τέτοια κατασκευή. Κανείς δεν γνωρίζει σε τι χρησίμευε. Έκανε επίσης πολλές μετατροπές σε υπάρχουσες μηχανές, διορθώνοντας αδυναμίες ή προσαρμόζοντάς τες στις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε κινηματογράφου.

Κατασκεύαζε μια «πόρτα» με μεταβαλλόμενο παράθυρο για τις μηχανές ΦΙΛΙΠΣ, ούτως ώστε οι μηχανικοί προβολής να μην υποχρεώνονται να αλλάζουν πόρτα όταν από το φλατ φιλμ πέρναγαν στο σινεμασκόπ και αντίστροφα. Ακόμη κατασκεύαζε πλατό, αρουλέζες κλπ.

Κατασκεύασε εξ ολοκλήρου μια μουβιόλα για λογαριασμό ενός κινηματογραφικού στούντιο (πιθανόν του Φίνου) ενώ στο μαγαζί του υπάρχουν ημιτελή μαγκαζίνα των 120 μ. για κινηματογραφικές μηχανές λήψης των 16mm.

Σύμφωνα με τη μαρτυρίες μηχανικών κινηματογράφου ο Παπαδημητρίου κατασκεύασε και Μούβιτον Glank, αντιγράφοντας τα πρωτότυπα..

 

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΚΑΛΟΥΜΕΝΟΣ

 

Ο Περικλής Καλούμενος αρχικά συνεργάστηκε με τον Ιωάννη Πισσάνο τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο για την κατασκευή των μηχανών «ΑΘΗΝΑ». Σύντομα αποχώρησε από την επιχείρηση του Πισσάνου, δημιούργησε το δικό του μηχανουργείο και κατασκεύαζε μηχανές κατά παραγγελία.

Το μηχανουργείο του Περικλή Καλούμενου, με βασικό τεχνίτη τον Μπάμπη Σταυρόπουλου, παλιό μαθητή του Πισσάνου στη Σιβιτανίδειο, ξεκίνησε το 1958 την παραγωγή κινηματογραφικών μηχανών σταθερών και φορητών. Οι σταθερές μηχανές προβολής βγήκαν στην αγορά με το όνομα «ΟΛΥΜΠΙΑ».

Kaloumenos_01

8. Ο Περικλής Καλούμενος με τους τεχνίτες του έξω από το μηχανουργείο του στην οδό Σονιέρου.

 

Η διαφορά με τους προηγούμενους κατασκευαστές είναι ότι για τις «ΟΛΥΜΠΙΑ» ο Καλούμενος δεν κατασκεύαζε κεφαλές αλλά χρησιμοποιούνσε κεφαλές γνωστών μηχανών που εισάγονταν από την Ευρώπη. Στην Ελλάδα κατασκεύαζε τα υπόλοιπα. Η ετήσια παραγωγή του μηχανουργείου έφτανε τις είκοσι μηχανές, σταθερές και φορητές μαζί.

Για τις φορητές μηχανές χρησιμοποιούνταν κυρίως κεφαλές ΣΙΝΕΜΕΚΑΝΙΚΑ. Το μηχανουργείο εκτελούσε και παραγγελίες πελατών που ήθελαν μια μηχανή με συγκεκριμένο κεφάλι.

Το εργαστήριο του Καλούμενου κατασκεύαζε κατά παραγγελία και μηχανήματα για τα εργαστήρια επεξεργασίας φιλμ.

Το 1980 ο Π. Καλούμενος εγκατέλειψε το μηχανουργείο που συνεχίζει να δουλεύει από τον Μπ. Σταυρόπουλο κάνοντας κυρίως ανακατασκευές και επισκευές παλιών μηχανών.

 

ΜΑΘΑΣ

Ο μηχανουργός Μαθάς (δυστυχώς δεν γνωρίζουμε το μικρό του όνομα), σύμφωνα με τον Απόστολο Πατσή, κατασκεύασε μια μηχανή προβολής, ίσως πριν από τον Πισσάνο. Ο Α. Πατσής αναφέρει το εξής «Μια φορά είχε έρθει για επισκευή στο μαγαζί μια μηχανή και θυμάμαι που είπανε ότι αυτή την έχει φτιάξει ο Μαθάς. Μηχανή προβολής των 35 μμ. Ήταν από τους πρώτους που είχε ξεκινήσει».

Το όνομα του Μαθά αναφέρεται στις αναμνήσεις του Σωτήρη Πλιάκου, ενός τεχνικού εμφάνισης φιλμ, σαν ο άνθρωπος που τους κατασκεύαζε τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, εμφανιστήρια για τα ασπρόμαυρα φιλμ.<!–[if !supportFootnotes]–>[5]<!–[endif]–>

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΑΖΟΣ

 

Τεχνίτης του Πισσάνου (που κατασκεύαζε τις μηχανές «Αθηνά») ο Θανάσης Βάζος ξεκίνησε κι αυτός να μπει στον χώρο των κατασκευών τη δεκαετία του 60 αλλά δεν πρόλαβε να αναπτύξει το εργαστήριό του.

«Δουλεύαμε μαζί στου Πισάνου, θυμάται ο Απόστολος Πατσής. Κάθε βδομάδα που πληρωνότανε πήγαινε κι έκανε μια λίρα, ήτανε οι γονείς του από την Πόλη. Μου έλεγε, θα ανοίξω μαγαζί, θα κάνω μηχανουργείο να φτιάχνω κι εγώ τα ίδια πράγματα. Μετά έφυγε και πήγε στο Καλούμενο και εν συνεχεία έφυγε από τον Καλούμενο και άνοιξε δικό του μαγαζί. Εκείνος κατασκεύαζε αρουλέζες, πλατό, πήγαινε κι αυτός στην Ιταλία κι έφερνε κεφαλάκια κι έφτιαχνε φορητές μηχανές».

Ο Θανάσης Βάζος σκοτώθηκε σε τροχαίο έξω από τη Θεσσαλονίκη.

 

 

ΜΗΧΑΝΕΣ ΓΙΑ ΠΛΑΝΟΔΙΟΥΣ

 

Μηχανές για πλανόδιους κατασκεύαζαν επίσης οι:

  • Κεραμίδας. Συνεργάστηκε αρκετά με τον Δημήτρη Παπαδημητρίου.
  • Κώστας Πατήρης

 

 

 

ΦΑΚΟΙ

 

Ο πρώτος που φαίνεται ότι μπήκε με επιτυχία στο χορό κατασκευής κινηματογραφικών φακών ήταν ο Νίκος Μπιλιλής στη Θεσσαλονίκη το 1955.

Ο Νίκος Μπιλιλής είχε σπουδάσει σκηνοθεσία στην Ιταλία αλλά την περίοδο της εμφάνισης του σινεμασκόπ εργαζόταν ως μηχανικός προβολής. Κάποια μέρα έπεσε στα χέρια του ένας ανορθωτικός φακός (σινεμασκόπ), ένας από τους πρώτους που έφτασαν στη Θεσσαλονίκη. Χωρίς να τον ανοίξει, κατάφερε να αντιγράψει τη σύνθεση των κρυστάλλων, χάρις στις γνώσεις Οπτικής που είχε αποχτήσει στην Ιταλία (παράλληλα με της σκηνοθεσίας) και στη συνέχεια να κατασκευάσει τους δικούς του.

Οι φακοί του Μπιλιλή είχαν μια πρωτοτυπία, ήταν ταυτόχρονα φακοί «φλάτ» και αναμορφωτικοί ενώ οι εισαγόμενοι ήταν μόνο αναμορφωτικοί. Είχαν δηλαδή διπλή χρήση. Αρκούσε ο μηχανικός προβολής να τους αντιστρέψει και να έχει τη διάσταση εικόνας που επιθυμούσε. Επίσης δεν χρειάζονταν ιδιαίτερο φακοδέκτη, όπως οι εισαγόμενοι, καθώς χρησιμοποιούσαν τον ίδιο με τον φακό «φλατ» που διέθεταν όλες οι μηχανές.

Κυκλοφορούσαν δε σε έξι διαφορετικούς τύπους (P 18897b/1616, 1515 -8043, 7053, 6513, 9045).

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ίδιου του Νίκου Μπιλιλή, οι φακοί του είχαν μεγάλη επιτυχία και του έφεραν μεγάλα κέρδη. Άλλωστε η τιμή τους ήταν πολύ ελκυστική. Ενώ οι ξένοι την εποχή εκείνη κόστιζαν 14.000 δρχ. οι εγχώριοι πωλούνται μόνο 5.000 δρχ.

Με αυτούς τους φακούς συμμετείχε και στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης το 1958 ενώ σε διαφημιστικό φυλλάδιο του κατασκευαστή βλέπουμε να έχει εξοπλίσει τις μηχανές προβολής των μεγαλύτερων κινηματογράφων της Θεσσαλονίκης αλλά και άλλων πόλεων στη Βόρεια Ελλάδα.

Ο Νίκος Μπιλιλής σταματά την παραγωγή των φακών γύρο στο 1960 καθώς τα κέρδη από την πώλησή τους του επιτρέπουν να αγοράσει κινηματογραφικές μηχανές λήψης. Έτσι μπαίνει στην περιπέτεια της παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών (διαφημιστικών, εκπαιδευτικών, επικαίρων κλπ) για να ικανοποιήσει το μεγάλο πάθος του που ήταν η σκηνοθεσία.

Το 1959 φαίνεται ότι μπαίνει στο χώρο της κατασκευής φακών σινεμασκόπ και ο Ευάγγελος Μοθωνιός στην Αθήνα που ήταν ταυτόχρονα κι ο επίσημος αντιπρόσωπος στην Ελλάδα των Ιταλικών μηχανών προβολής FERMINI. Η έδρα του βρισκόταν σε ένα υπόγειο κατάστημα στην οδό Σταδίου 48.

Οι αναμορφωτικοί φακοί που πουλά ο Μοθωνιός έχουν την φίρμα «FASMA SCOPE», που είναι χαραγμένη πάνω στο σώμα του φακού μαζί με την ένδειξη MADE IN GREECE. Στοιχίζουν μόνο 3.500 δρχ. Έχουν δε μια ιδιαιτερότητα: διαθέτουν ένα «πρωτότυπον σύστημα σταθμίσεως», όπως διαφημίζεται. Αυτό το σύστημα, αμφιβόλου χρησιμότητας, δεν είναι παρά ένα μικροσκοπικό αλφάδι.

Δεν είναι όμως σίγουρο αν ό ίδιος ο Μοθωνιός κατασκεύαζε τους φακούς ή τους έφτιαχνε κάποιος άλλος τεχνίτης για λογαριασμό του. Είναι άγνωστο επίσης πόσα κομμάτια κατασκεύασε.

Την ίδια χρονιά, το 1959, εμφανίζεται κι ο μηχανικός προβολής του κινηματογράφου «Ρέξ» στο Ρέθυμνο Γ. Κογιαδάκης ο οποίος ισχυρίζεται ότι κατασκεύασε φακό ο οποίος μετατρέπει τις απλές ταινίες σε σινεμασκόπ. Προφανώς έφτιαξε έναν ανορθωτικό φακό ο οποίος απλά «παραμόρφωνε» και «άπλωνε»τις εικόνες για να γεμίζουν την ευρεία οθόνη του σινεμασκόπ. Ο ευφάνταστος κρητικός κέρδισε λίγη δημοσιότητα στηριγμένος στην άγνοια των δημοσιογράφων.

 

 

 

ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ

 

Αν και η κατασκευή «μούβιτον» μεταπολεμικά συρρικνώθηκε αντίθετα ο κλάδος της κατασκευής κινηματογραφικών ενισχυτών μεγάλωσε.

 

Mixaloudis_01

Ο Κώστας Μιχαλούδης (δεξιά) φωτογραφίζεται με τον ενισχυτή του στο εργαστήριο του Καλούμενου.

 

Ανάμεσα στους τεχνίτες που δραστηριοποιήθηκαν σε αυτό τον τομέα είναι ο Κώστας Μιχαλούδης. Ο Μιχαλούδης εργαζόταν στα στούντιο του Φ. Φίνου και μετά την εργασία του πήγαινε στο εργαστήριο του Καλούμενου όπου κατασκεύαζε τους ενισχυτές του. Αργότερα άνοιξε δικό του εργαστήριο. <!–[if !supportFootnotes]–>[6]<!–[endif]–> Η μεγαλύτερη επιτυχία του Μιχαλούδη ήταν το γεγονός ότι οι ενισχυτές του είχαν υιοθετηθεί από τον Πισσάνο και συνόδευαν τις μηχανές ΑΘΗΝΑ.

Από τα πιο γνωστά, τα τελευταία χρόνια, εργαστήρια κατασκευής ενισχυτών και όχι μόνο κινηματογραφικών ήταν αυτό του Ντουμπλίδη, με έδρα τη Νέα Φιλαδέλφεια, που κυκλοφορούσαν στην αγορά με τη φίρμα «DUBLEX».

Σε διαφημιστικές καταχωρήσεις στο περιοδικό «Κινηματογραφικός Αστήρ» το 1951 και 1952 εντοπίζουμε τους:

Ραδιομηχανική Jeims, Λεωφ. Κηφησίας 137, που αναλαμβάνει κατασκευές, επισκευές και συντήρηση κινημ. μηχανών υπό την επίβλεψη του τεχνικού Ιωαν. Φλώρα.

Εργαστήρια Θ.Α. Θεοφιλόπουλου, Οδ. Αναπαύσεως 7 στον Πειραιά. Στη σχετική διαφήμιση των φαναριών που κατασκευάζει περιλαμβάνει ειδική σημείωση για τους «κλέφτες» των τίτλων των φαναριών «ειδικής εμπνεύσεως και εφαρμογής» που δεν επηρεάζουν την προβολή της εικόνας ακόμα και σε απόσταση 80 μέτρων.

Επίσης υπήρξαν ηλεκτρολογικά εργαστήρια που ανέπτυξαν την παραγωγή ανορθωτών για τη λειτουργία των φαναριών. Κατασκευαστές ανορθωτών στην Αθήνα ήταν:

  • Εργαστήρια Δραγώνα

(Σε διαφημιστική καταχώρηση του 1966 αναφέρει ότι το εργαστήριο λειτουργεί από το 1922 κι ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε κατασκευάσει 800 ανορθωτές).

  • Μιχαήλ Τζαβάρας.
  • Νικόλαος Τσέλος.

Όλοι αυτοί στην Αθήνα. Στη Θεσσαλονίκη, με παράδοση στην κατασκευή κινηματογραφικών μηχανών, έχουμε και δω τεχνίτες με μεράκι.

Ο Λάκης (Απόστολος) Ποτολίδης, που ξεκίνησε σαν μαθητευόμενος του Δημητριάδη, το 1957 άνοιξε το δικό του εργαστήριο (Λευκωσίας 7, Νεάπολις) κι εκεί κατασκεύαζε φανάρια βολταϊκού τόξου, μούβιτον και μπουάτ.

Ο παλαίμαχος θεσσαλονικιός μηχανικός προβολής Αριστείδης Περσίδης θυμάται ακόμα τον Νίκος Χατζηαγγελή που κατασκεύαζε «μούβιτον» και κάποιον με το παρατσούκλι «Παππούς».

Στην Αθήνα, ένας τεχνίτης που ασχολήθηκε τη δεκαετία του ΄90 αποκλειστικά με την κατασκευή φαναριών με λάμπα Xenon, δικής του επινόησης, για μηχανές προβολής 35 μμ. ήταν ο Θωμάς (αγνώστου επιθέτου), τεχνίτης του ΟΤΕ.

 

ΜΗΧΑΝΕΣ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

 

Ολοκληρώνουμε την αναφορά στα κινηματογραφικά μηχανήματα που κατασκευάζονταν στην Ελλάδα με κάποιες κατασκευές ερασιτεχνικών μηχανών.

Ο Νίκος Μπιλιλής στη Θεσσαλονίκη, μέσα στην Κατοχή, κατασκευάζει και εμπορεύεται μικρές χειροκίνητες μηχανές προβολής για φιλμ 35mm. Ήταν πιστή αντιγραφή κάποιου εισαγόμενου μοντέλου. Μαζί με τις μηχανές πουλούσε και κομμάτια φιλμ από ένα μεγάλο στοκ παλιών ταινιών που είχε αποκτήσει. Αυτές οι μηχανές εθεωρούντο παιχνίδια και κυκλοφορούσαν με άδεια των γερμανικών αρχών κατοχής. Δυστυχώς δεν σώθηκε καμία.

Πιο συστηματικά ο Εμμ. Βερυκοκάκης, στην Αθήνα, τη δεκαετία του 50 κατασκεύαζε μηχανές 16μμ και 9.5 mm με τη φίρμα ΚΙΝ-ΕΜΜΑ.

 

ΚΑΙ ΤΩΡΑ

 

Στην αυγή της νέας χιλιετίας ο παλιός βοηθός του Δημητριάδη, Λάκης Ποτολίδης συνεχίζει να κατασκευάζει φανάρια με λάμπα για τις μηχανές προβολής. Μέχρι να πάρει κι αυτός σύνταξη.

Στο τομέα των επισκευών αλλά και των μετατροπών και κατασκευών συνεχίζει να εργάζεται ο παλιός τεχνίτης του Πισσάνου, Αποστόλης Πατσής.


[1] Χρειάστηκε να περάσουν 60 χρόνια για να εμφανιστεί στην Αγγλία ένας «ηλιακός κινηματογράφος» μόνο που δεν είναι ακριβώς ο ίδιος. Πρόκειται για το Groovy Movie Cinema, ένας πλανόδιος κινηματογράφος που εκμεταλλεύεται την ηλικιακή ενέργεια για να παράγει ρεύμα με το οποίο τροφοδοτεί. Πληροφορίες για τον ηλιακό κινηματογράφο στο http://www.continentaldrifts.uk.com/groovy_movie.html.

[2] Στις 23 Φεβρουαρίου 1930 διαβάζουμε στον Κινηματογραφικό Αστέρα:

«Από έτους λοιπόν ο δαιμόνιος κ. Χέπ απεφάσισε να δημιουργήση ιδικόν του σύστημα προβολής ηχητικών και ομιλουσών ταινιών, παρ΄όλα δε τα εμπόδια τα οποία συνήντησε λόγω της μη υπάρξεως κεφαλαίου, κατόρθωσε εν τούτοις να πραγματοποιήση το όνειρόν του και ούτω ευρέθημεν προχθές προ μιας εκπλήξεως. Εις τον κινηματογράφον «Ούφα Πάλας» εγένοντο αι δοκιμαί του νέου μηχανήματος του κ. Χέπ, το οποίον απέδωσε ικανοποιητικά αποτελέσματα. Προσηρμόσθη επί μηχανής συνήθους συστήματος προβολής βωβών ταινιών το μηχάνημα του κ. Χέπ και δια μεγαφώνων τοποθετηθέντων, ως συνήθως, όπισθεν της οθόνης προεβλήθη μία ταινία παραγωγής Πουώρνερ. Η νέα αυτή εφεύρεσις του κ. Χέπ απέδωσε τόσον πιστά τους ήχους και τα άσματα της αμερικανικής αυτής ταινίας, ώστε οι παριστάμενοι ενόμιζαν ότι αι ομιλίαι και η εν γένει μουσική απεδίδοντο δια δεδοκιμασμένων ευρωπαϊκών μηχανημάτων.»

[3]Τα στοιχεία για τον Αιμίλιο Ράντζιο προέρχονται από τα έγγραφα που κατάθεσε στο Υπουργείο Βιομηχανίας τον Απρίλιο του 1937 προκειμένου να του χορηγηθεί «πτυχίον εγκαταστάσεως κινηματογραφικών εγκαταστάσεων». Εμείς τα αντλήσαμε από το άρθρο της Μαριέττας Σέρβου «Μηχανικοί, Χειριστές και τιτλέρ της μαγείας (1936-1982), ΜΝΗΜΩΝ, τομ. 18ος, 1996.

[4] Αρουλέζες, στην αργκό των κινηματογραφιστών.

[5] Σωτήρης Πλιάκος, Cine Παράδεισος και Νοσταλγία, Από τις σκάφες στα Ψηφιακά, εκδ Προσκήνιο, 1999. Ο Σ. Πλιάκος αναφέρει χαρακτηριστικά «Ο Κριάδης κατασκεύαζε μόνος του τα μηχανήματα του εργαστηρίου, όπως και οι περισσότεροι τότε κινηματογραφιστές. Δυο-τρια μηχανουργεία στην Αθήνα είχαν ειδικευτεί σ αυτές τις εργασίες και με τη συνεργασία τους είχαν κατασκευασθεί σχεδόν όλα τα μηχανήματα που χρησιμοποιούσαν τα ελληνικά εργαστήρια. Ένα μηχανουργείο ήταν του Μαθά, άλλο ένα του Καλούμενου. Υπήρχαν και άλλα.»

[6] Ο Κώστας Μιχαλούδης στα στούντιο του Φίνου έκανε και άλλες κατασκευές. Ο Σ. Πλιάκος, στο Cine Παράδεισος και Νοσταλγία, αναφέρει: «Τους πρώτους μήνες του 1971 , πριν πάω εγώ στη Φίνος Φιλμ, είχαν τελειώσει την κατασκευή του εμφανιστηρίου με πρόβλεψη αρχικά μόνο για το έγχρωμο αρνητικό. Ο Κώστας ο Μιχαλούδης είχε κατασκευάσει το έγχρωμο αυτό εμφανιστήριο κατά τα πρότυπα της ARRI και με όσα εξαρτήματα δεν κατασκευάζονταν εδώ, γνήσια ARRI».


 
Αρέσει σε %d bloggers: